Η χώρα μας προχώρησε στην προκήρυξη της κατασκευής και απόκτησης τεσσάρων UAV’s μεταφοράς φορτίου, με συνολικό προϋπολογισμό 24 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικές αποστολές.

Τα νέα μη επανδρωμένα αεροχήματα έρχονται να ενισχύσουν ουσιαστικά την επιχειρησιακή ευελιξία, επιτρέποντας την παροχή κρίσιμων εφοδίων (τροφίμων, φαρμάκων, ανταλλακτικών στρατιωτικών οχημάτων και όπλων υπό συγκεκριμένες περιπτώσεις, κ.λπ.) σε νησιωτικά συμπλέγματα, βραχονησίδες και ορεινά πεδία επιχειρήσεων ανά την Επικράτεια, χωρίς την ανάγκη εμπλοκής επανδρωμένων μέσων. Η συγκεκριμένη ικανότητα κρίνεται στρατηγικής σημασίας σε σενάρια περιορισμένης πρόσβασης, ασύμμετρης απειλής ή συνθηκών όπου η μεταφορά με συμβατικά μέσα συνεπάγεται σημαντικό ρίσκο για το προσωπικό.

Οι προδιαγραφές του προγράμματος καθιστούν σαφή τον αμυντικό προσανατολισμό του συστήματος. Κάθε UAV θα πρέπει να μπορεί να μεταφέρει φορτίο τουλάχιστον 100 κιλών, να επιχειρεί με ελάχιστη οροφή πτήσης 3.000 ποδιών (περίπου 910 μέτρων) και ιδανικά έως και 12.000 πόδια (πάνω από 3,6 χιλιόμετρα), ενώ θα διαθέτει δυνατότητα επιχειρήσεων υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με ανέμους άνω των 20 κόμβων.

Στον πυρήνα των απαιτήσεων βρίσκονται κρίσιμες στρατιωτικές ικανότητες, όπως ανθεκτικότητα σε παρεμβολές (jamming), προστασία από κυβερνοεπιθέσεις και δυνατότητα λειτουργίας σε περιβάλλοντα χωρίς αξιόπιστο σήμα GPS, ή ακόμη και με παραποιημένο σήμα (spoofing). Η ενσωμάτωση αυτοματισμών πλοήγησης και αποφυγής εμποδίων, αλλά και η δυνατότητα διασύνδεσης με άλλα αυτόνομα ή επανδρωμένα μέσα, προσδίδουν στο σύστημα προηγμένες επιχειρησιακές δυνατότητες σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων. Η δομή του προγράμματος περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία επίγειων σταθμών ελέγχου και ολοκληρωμένων υποδομών διαχείρισης, στοιχείο που διασφαλίζει την πλήρη επιχειρησιακή αυτοδυναμία του συστήματος.

Η συνολική διάρκεια υλοποίησης τοποθετείται στους 24 έως 36 μήνες, ενώ άξιο μνείας είναι το γεγονός ότι το σύστημα θα αναπτυχθεί, θα κατασκευαστεί και θα υποστηρίζεται τεχνικά εξ ολοκλήρου εντός Ελλάδας. Αυτό ενισχύει τον στόχο του ΕΛΚΑΚ να συγκροτήσει ένα βιώσιμο οικοσύστημα αμυντικής τεχνολογίας με δυνατότητες που ξεπερνούν τη μεμονωμένη χρήση – και ανοίγει τον δρόμο για την παραγωγή ακόμα πιο σύνθετων UAV στο μέλλον, με αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις.

Παρότι το Κέντρο δεν έχει στραφεί στην κατεύθυνση ανάπτυξης επιθετικών UAV τύπου MALE, (όπως π.χ. το Bayraktar ΤΒ2 που έχει αναπτύξει η γειτονική Τουρκία και εξάγει και σε άλλες χώρες), οι τεχνολογικές βάσεις που τίθενται, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εξέλιξη συστημάτων μεγαλύτερης ακτίνας και σύνθετων αποστολών επιτήρησης, αναγνώρισης και ενδεχομένως στρατηγικής υποστήριξης. Είναι ενδεικτικό ότι σήμερα τέτοιες αποστολές καλύπτονται από τα ισραηλινά UAV τύπου Heron, ενώ επ’ ωφελεία του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής επιχειρούν επίσης Heron μέσω της Frontex (δηλαδή του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής).

Τέλος, να σημειωθεί ότι η προκήρυξη για τη δημιουργία των πρώτων ελληνικών UAV’s έρχεται σε άμεση συνέχεια προηγούμενων δράσεων του ΕΛΚΑΚ, όπως το πρόγραμμα ανάπτυξης μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας (USV’s), υπογραμμίζοντας τον στρατηγικό σχεδιασμό του φορέα για τη δημιουργία μιας πλήρους γκάμας αυτόνομων μέσων που θα καλύπτουν ξηρά, θάλασσα και αέρα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ